Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to relish
01
απολαμβάνω, χαίρομαι
to enjoy or take pleasure in something greatly
Transitive: to relish sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
relish
γ΄ ενικό πρόσωπο
relishes
ενεστώτα μετοχή
relishing
απλός αόριστος
relished
παθητική μετοχή
relished
Παραδείγματα
She relished the opportunity to travel to new and exotic destinations.
Αυτή απολάμβανε την ευκαιρία να ταξιδέψει σε νέους και εξωτικούς προορισμούς.
Relish
01
καρύκευμα, ρέλις
a condiment of hot or savory taste that is served with meat, cheese, etc.
Παραδείγματα
He prepared a homemade pickle relish by chopping cucumbers and mixing them with vinegar and spices.
Προετοίμασε ένα σπιτικό αρτύμα κόβοντας αγγούρια και ανακατεύοντάς τα με ξύδι και μπαχαρικά.
02
απόλαυση, ευχαρίστηση
vigorous and enthusiastic enjoyment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
relishes
03
γεύση, απόλαυση
the taste experience when a savoury condiment is taken into the mouth
Λεξικό Δέντρο
relishing
relish



























