Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Relic
Παραδείγματα
The worn-out baseball glove, a relic from my youth, brings back memories of summer games with my friends.
Το φθαρμένο γάντι του μπέιζμπολ, ένα κειμήλιο από τη νεότητά μου, φέρνει πίσω αναμνήσεις από καλοκαιρινούς αγώνες με τους φίλους μου.
02
απομεινάρι, υπόλειμμα
something that is no longer useful or valuable in the modern society
Παραδείγματα
The antique typewriter on display at the museum served as a relic of the early days of writing technology, now overshadowed by digital advancements.
Η αρχαία γραφομηχανή που εκτίθεται στο μουσείο λειτούργησε ως κειμήλιο των πρώτων ημερών της τεχνολογίας γραφής, που τώρα επισκιάζεται από τις ψηφιακές εξελίξεις.
03
απομεινάρι, απολίθωμα
a person with old-fashioned ideas or habits that can no longer relate to or keep up with modern times
Παραδείγματα
The retired politician, once a prominent figure in national politics, had become a relic of a bygone era, with his ideas and policies no longer resonating with modern voters.
Ο συνταξιούχος πολιτικός, κάποτε εξέχων στοιχείο της εθνικής πολιτικής, είχε γίνει ένα απομεινάρι μιας περασμένης εποχής, με τις ιδέες και τις πολιτικές του να μην αντιστοιχούν πλέον στους σύγχρονους ψηφοφόρους.



























