to rekindle
re
ri:
ri
kindle
ˈkɪndl
kindl
enkindlegrindlespindlebrindle

Ορισμός και σημασία του "rekindle"στα αγγλικά

to rekindle
01

αναζωπυρώνω, ανανεώνω

to revive or renew something, such as a relationship or interest, that has faded 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rekindle
γ΄ ενικό πρόσωπο
rekindles
ενεστώτα μετοχή
rekindling
απλός αόριστος
rekindled
παθητική μετοχή
rekindled
Παραδείγματα
After years apart, they managed to rekindle their childhood friendship. 

Μετά από χρόνια χωρισμού, κατάφεραν να αναζωπυρώσουν τη φιλία τους από παιδιά.

02

αναζωπυρώνω, ξαναανάβω

to ignite again, as a flame or fire that has gone out 
Παραδείγματα
He rekindled the campfire after the rain had dampened it. 

Αυτός ξανάναψε τη φωτιά της κατασκήνωσης αφού η βροχή την είχε σβήσει.

Λεξικό Δέντρο

rekindle
kindle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store