Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rekindle
01
αναζωπυρώνω, ανανεώνω
to revive or renew something, such as a relationship or interest, that has faded
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rekindle
γ΄ ενικό πρόσωπο
rekindles
ενεστώτα μετοχή
rekindling
απλός αόριστος
rekindled
παθητική μετοχή
rekindled
Παραδείγματα
After years apart, they managed to rekindle their childhood friendship.
Μετά από χρόνια χωρισμού, κατάφεραν να αναζωπυρώσουν τη φιλία τους από παιδιά.
02
αναζωπυρώνω, ξαναανάβω
to ignite again, as a flame or fire that has gone out
Παραδείγματα
He rekindled the campfire after the rain had dampened it.
Αυτός ξανάναψε τη φωτιά της κατασκήνωσης αφού η βροχή την είχε σβήσει.



























