regiment
re
ˈrɛ
ρε
gi
ʤə
τζα
ment
mənt
μαντ
/ɹˈɛd‍ʒɪmənt/

Ορισμός και σημασία του "regiment"στα αγγλικά

01

σύνταγμα, στρατιωτική μονάδα

a military unit with a specific organizational structure and operational role within an army
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
regiments
Παραδείγματα
The British Army 's Coldstream Guards regiment is one of the oldest regiments in continuous active service.
Το σύνταγμα των Coldstream Guards του Βρετανικού Στρατού είναι ένα από τα παλαιότερα συντάγματα σε συνεχή ενεργό υπηρεσία.
to regiment
01

ρυθμίζω αυστηρά, υποβάλλω σε αυστηρή πειθαρχία

subject to rigid discipline, order, and systematization
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
regiment
γ΄ ενικό πρόσωπο
regiments
ενεστώτα μετοχή
regimenting
απλός αόριστος
regimented
παθητική μετοχή
regimented
02

αναθέτω σε σύνταγμα, ορίζω σε σύνταγμα

assign to a regiment
03

σχηματίζω σε σύνταγμα, οργανώνω σε σύνταγμα

form (military personnel) into a regiment
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store