regional
re
ˈri:
ri
gio
ʤə
nal
nəl
nēl

Ορισμός και σημασία του "regional"στα αγγλικά

01

περιφερειακός, τοπικός

involving a particular region or geographic area 
regional definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Regional conflicts can arise over territorial disputes or resource allocation. 

Οι περιφερειακές συγκρούσεις μπορούν να προκύψουν λόγω εδαφικών διαφορών ή κατανομής πόρων.

02

περιφερειακός, επαρχιακός

pertaining to areas of a country outside the central capital 
Dialectbritish flagBritish
Παραδείγματα
The report highlights regional disparities in education. 

Η έκθεση επισημαίνει τις περιφερειακές διαφορές στην εκπαίδευση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store