Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Refund
01
επιστροφή χρημάτων, αποζημίωση
an amount of money that is paid back because of returning goods to a store or one is not satisfied with the goods or services
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
refunds
Παραδείγματα
She received a full refund after returning the defective shoes.
Έλαβε πλήρη επιστροφή χρημάτων μετά την επιστροφή των ελαττωματικών παπουτσιών.
02
επιστροφή χρημάτων, αποκατάσταση
the process or action of giving back money that was paid or collected
Παραδείγματα
Refunds are processed within five business days.
Οι επιστροφές χρημάτων επεξεργάζονται εντός πέντε εργάσιμων ημερών.
to refund
01
επιστρέφω χρήματα, αποζημιώνω
to pay back money to a customer, typically for a returned product or service that did not meet expectations
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
refund
γ΄ ενικό πρόσωπο
refunds
ενεστώτα μετοχή
refunding
απλός αόριστος
refunded
παθητική μετοχή
refunded
Παραδείγματα
The company agreed to refund the full amount after the product was returned.
Η εταιρεία συμφώνησε να επιστρέψει το πλήρες ποσό μετά την επιστροφή του προϊόντος.
Λεξικό Δέντρο
refund
fund



























