refund
Pronunciation
/ˈɹiˌfənd/, /ɹɪˈfənd/

Ορισμός και σημασία του "refund"στα αγγλικά

01

επιστροφή χρημάτων, αποζημίωση

an amount of money that is paid back because of returning goods to a store or one is not satisfied with the goods or services
refund definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
refunds
Παραδείγματα
He requested a refund for the concert tickets since the event was canceled.
Ζήτησε επιστροφή χρημάτων για τα εισιτήρια του συναυλίας καθώς η εκδήλωση ακυρώθηκε.
02

επιστροφή χρημάτων, αποκατάσταση

the process or action of giving back money that was paid or collected
Παραδείγματα
The refund of taxes took longer than expected.
Η επιστροφή των φόρων διήρκησε περισσότερο από το αναμενόμενο.
to refund
01

επιστρέφω χρήματα, αποζημιώνω

to pay back money to a customer, typically for a returned product or service that did not meet expectations
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
refund
γ΄ ενικό πρόσωπο
refunds
ενεστώτα μετοχή
refunding
απλός αόριστος
refunded
παθητική μετοχή
refunded
Παραδείγματα
The event organizers will refund tickets for those unable to attend.
Οι διοργανωτές της εκδήλωσης θα επιστρέψουν τα εισιτήρια σε όσους δεν μπορούν να παραστούν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store