Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Refractory
01
πυρίμαχο, πυρίμαχο υλικό
a material, typically ceramic or mineral-based, used to line furnaces, kilns, incinerators, or reactors due to its ability to withstand extremely high temperatures without melting or degrading
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
refractories
Παραδείγματα
High-performance refractories are essential in steel and glass manufacturing.
Τα υψηλής απόδοσης πυρίμαχα είναι απαραίτητα στην παραγωγή χάλυβα και γυαλιού.
refractory
01
ανυπότακτος, πείσμων
hard to control because of stubbornness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most refractory
συγκριτικός βαθμός
more refractory
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The committee struggled to manage a few refractory members who opposed every proposal.
Η επιτροπή αγωνίστηκε να διαχειριστεί μερικούς ανυπότακτους μέλη που αντιτίθεντο σε κάθε πρόταση.
02
ανθεκτικός, απρόσβλητος
(of a system or cell) momentarily inactive or resistant
Παραδείγματα
The heart 's refractory phase prevents overlapping contractions.
Η ανθεκτική φάση της καρδιάς αποτρέπει τις επικαλυπτόμενες συσπάσεις.
03
ανθεκτικός, αντικαταθλιπτικός
(of a condition or disease) resisting therapeutic intervention
Παραδείγματα
Refractory asthma requires specialized care and monitoring.
Το δύσκολα θεραπεύσιμο άσθμα απαιτεί εξειδικευμένη φροντίδα και παρακολούθηση.



























