Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
redundant
01
περιττός, πλεονάζων
surpassing what is needed or required, and so, no longer of use
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most redundant
συγκριτικός βαθμός
more redundant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His position at the company became redundant after the department was restructured.
Η θέση του στην εταιρεία έγινε περιττή μετά την αναδιάρθρωση του τμήματος.
1.1
περιττός, αχρείαστος
(of words or phrases) repetitive and unnecessary
Παραδείγματα
The phrase "final conclusion" is redundant since a conclusion is already final by definition.
Η φράση "τελικό συμπέρασμα" είναι περιττή καθώς ένα συμπέρασμα είναι ήδη τελικό εξ ορισμού.
1.2
απολυμένος, περιττός
no longer employed because there is no more work available or the position is no longer necessary
Dialect
British
Παραδείγματα
They offered training programs to help redundant workers find new jobs.
Προσέφεραν προγράμματα κατάρτισης για να βοηθήσουν τους πλεονάζοντες εργαζόμενους να βρουν νέες δουλειές.
02
περιττός, εφεδρικός
referring to a system or component that is duplicated or has backup to increase reliability or safety
Παραδείγματα
The aircraft's redundant systems ensure it can continue to operate even if one fails.
Τα πλεονάζοντα συστήματα του αεροσκάφους εξασφαλίζουν ότι μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί ακόμα κι αν αποτύχει ένα.
Λεξικό Δέντρο
redundant
redund



























