Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Reed
01
γλωττίδα, καλαμιά
a thin, stiff strip of material that vibrates to produce a tone when air passes over it
Παραδείγματα
The oboe uses a double reed to create its unique tone.
Το όμποε χρησιμοποιεί ένα διπλό γλωτίδι για να δημιουργήσει τη μοναδική του χροιά.
02
γλωττίδα, γλωσσίδι
a woodwind instrument that produces sound through a vibrating reed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reeds
Παραδείγματα
The musician played a haunting melody on the reed.
Ο μουσικός έπαιξε μια αξέχαστη μελωδία στο όμποε.
Παραδείγματα
Along the tranquil lake shore, tall reeds swayed gently in the breeze, providing habitat for nesting birds and small aquatic creatures.
Κατά μήκος της ήρεμης ακτής της λίμνης, ψηλά καλάμια κουνιόντουμε απαλά στη βροχή, παρέχοντας καταφύγιο σε πουλιά που φωλιάζουν και μικρά υδρόβια πλάσματα.
04
αυλάκωση, αυλάκι
a vertical groove or rib, often decorative, resembling a reed stem, found on columns, pilasters, or other architectural elements
Παραδείγματα
The column featured elegant reed ornamentation.
Η στήλη είχε κομψή διακόσμηση με αυλακώσεις.
Λεξικό Δέντρο
reedlike
reedy
reed



























