Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to redouble
01
διπλασιάζω, ενισχύω
to strengthen markedly
formal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
redouble
γ΄ ενικό πρόσωπο
redoubles
ενεστώτα μετοχή
redoubling
απλός αόριστος
redoubled
παθητική μετοχή
redoubled
Παραδείγματα
He redoubled his focus on studies after failing the first exam.
Διπλασίασε τη συγκέντρωσή του στις σπουδές μετά την αποτυχία στο πρώτο διαγώνισμα.
02
διπλασιάζω ξανά, ξαναδιπλασιάζω
to increase a quantity, number, or amount twofold once more
Παραδείγματα
The company redoubled its donations after the first fundraising success.
Η εταιρεία διπλασίασε τις δωρεές της μετά την πρώτη επιτυχία συγκέντρωσης κεφαλαίων.
Λεξικό Δέντρο
redouble
double



























