Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rediscover
01
ανακαλύπτω ξανά, βρίσκω ξανά
to find or experience something again, especially after forgetting or losing it
Transitive: to rediscover a sensation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rediscover
γ΄ ενικό πρόσωπο
rediscovers
ενεστώτα μετοχή
rediscovering
απλός αόριστος
rediscovered
παθητική μετοχή
rediscovered
Παραδείγματα
After years of neglect, she rediscovered her passion for painting.
Μετά από χρόνια αμέλειας, ανακάλυψε ξανά το πάθος της για τη ζωγραφική.



























