Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Redneck
01
χωριάτης, αγροίκος
a rural, working-class white person, especially in the Southern U.S., often stereotyped as socially conservative, uneducated, or unsophisticated
Dialect
American
αποδοκιμαστικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rednecks
Παραδείγματα
He proudly called himself a redneck, enjoying hunting and country music.
Αυτοαποκαλέστηκε με περηφάνια redneck, απολαμβάνοντας το κυνήγι και τη μουσική κάντρι.
Λεξικό Δέντρο
redneck
red
neck



























