Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to redo
01
ξανακάνω, ανακαινίζω
to give a new appearance or design to a room or building by making changes to its decorations or furnishings
Transitive: to redo a room or building
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
redo
γ΄ ενικό πρόσωπο
redoes
ενεστώτα μετοχή
redoing
απλός αόριστος
redid
παθητική μετοχή
redone
Παραδείγματα
They decided to redo the living room with a modern minimalist style.
Αποφάσισαν να ξανακάνουν το σαλόνι με ένα μοντέρνο μινιμαλιστικό στυλ.



























