Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to accouter
01
εξοπλίζω, εφοδιάζω
to supply someone with the weapons, gear, and attire necessary for military service
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
accouter
γ΄ ενικό πρόσωπο
accouters
ενεστώτα μετοχή
accoutering
απλός αόριστος
accoutered
παθητική μετοχή
accoutered
Παραδείγματα
He was accoutered for battle, ready to deploy at dawn.
Είχε εξοπλιστεί για τη μάχη, έτοιμος να αναπτυχθεί την αυγή.
Λεξικό Δέντρο
accoutered
accouterment
accouter



























