Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to recuperate
01
ανακάμπτω, αναρρώνω
to recover from a disease or injury
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
recuperate
γ΄ ενικό πρόσωπο
recuperates
ενεστώτα μετοχή
recuperating
απλός αόριστος
recuperated
παθητική μετοχή
recuperated
Παραδείγματα
After his surgery, he stayed in the hospital for several days to recuperate before returning home.
Μετά την εγχείρισή του, έμεινε στο νοσοκομείο για αρκετές ημέρες για να αναρρώσει πριν επιστρέψει σπίτι.
02
αναρρώνω, ανακτώ
to restore health, strength, or vitality
Παραδείγματα
He recuperated his strength through exercise and proper nutrition.
Ανέκτησε τη δύναμή του μέσω της άσκησης και της σωστής διατροφής.
03
ανακτώ, αποζημιώνω
to regain a former financial or material condition after a loss
Παραδείγματα
The company quickly recuperated its losses after the market slump.
Η εταιρεία ανακάλυψε γρήγορα τις απώλειές της μετά την πτώση της αγοράς.
04
ανακτώ, αναπληρώνω
to regain or make up for something lost, such as time or effort
Παραδείγματα
He took a long weekend to recuperate the hours lost to travel.
Πήρε ένα μεγάλο σαββατοκύριακο για να ανακτήσει τις ώρες που χάθηκαν από τα ταξίδια.
Λεξικό Δέντρο
recuperation
recuperative
recuperate
recuper



























