Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recumbent
01
ξαπλωμένος, κατάκλιτος
placing oneself in a lying position to rest or sleep
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most recumbent
συγκριτικός βαθμός
more recumbent
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
posture, rest, sleep
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
recumbent
recumb



























