recumbent
Pronunciation
/ɹɪkˈʌmbənt/

Ορισμός και σημασία του "recumbent"στα αγγλικά

01

ξαπλωμένος, κατάκλιτος

placing oneself in a lying position to rest or sleep
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most recumbent
συγκριτικός βαθμός
more recumbent
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store