rectilinear
rec
ˌrɛk
rek
ti
ti
li
ˈlɪ
li
near
niə
niē

Ορισμός και σημασία του "rectilinear"στα αγγλικά

rectilinear
01

ευθύγραμμος, γραμμικός

moving in or forming a straight line or composed of straight lines 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most rectilinear
συγκριτικός βαθμός
more rectilinear
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The path was rectilinear, with no curves. 

Το μονοπάτι ήταν ευθύγραμμο, χωρίς καμπύλες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store