Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recrudescent
01
επαναλαμβανόμενος
(of an unpleasant or harmful thing) happening again, often after a period of improvement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most recrudescent
συγκριτικός βαθμός
more recrudescent
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
recrudescent
recrudesce



























