Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Recrimination
01
αντεγκλήσεις
the act of accusing a person who has accused one
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
recriminations
1.1
αντεγκλήσεις, κατηγορίες ως αντίποινα
accusations made in retaliation for being accused
Παραδείγματα
The meeting quickly devolved into a series of recriminations between the two departments.
Η συνάντηση γρήγορα εκτροχιάστηκε σε μια σειρά αμοιβαίων κατηγοριών μεταξύ των δύο τμημάτων.
Λεξικό Δέντρο
recrimination
recriminate
criminate
crime



























