Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recognized
01
αναγνωρισμένος, αποδεκτός
generally accepted as having a particular position or quality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most recognized
συγκριτικός βαθμός
more recognized
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her outstanding achievements in the field of medicine were widely recognized by her peers.
Τα εξαιρετικά της επιτεύγματα στον τομέα της ιατρικής αναγνωρίστηκαν ευρέως από τους συναδέλφους της.
02
αναγνωρισμένος, ταυτοποιημένος
acknowledged or identified, often because of a particular quality or previous knowledge
Παραδείγματα
The recognized expert on climate change spoke at the conference.
Ο αναγνωρισμένος ειδικός στην κλιματική αλλαγή μίλησε στο συνέδριο.
Λεξικό Δέντρο
unrecognized
recognized
recognize



























