Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recognized
01
αναγνωρισμένος, αποδεκτός
generally accepted as having a particular position or quality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most recognized
συγκριτικός βαθμός
more recognized
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The historic site was officially recognized as a national monument due to its cultural significance.
Ο ιστορικός χώρος αναγνωρίστηκε επίσημα ως εθνικό μνημείο λόγω της πολιτιστικής του σημασίας.
02
αναγνωρισμένος, ταυτοποιημένος
acknowledged or identified, often because of a particular quality or previous knowledge
Παραδείγματα
The recognized artist ’s work has been displayed in top galleries.
Το έργο του αναγνωρισμένου καλλιτέχνη έχει εκτεθεί σε κορυφαίες γκαλερί.
Λεξικό Δέντρο
unrecognized
recognized
recognize



























