Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to recline
01
αναπαύομαι, ακουμπάω
to rest or lean one's body in a comfortable position
Transitive: to recline sth somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
recline
γ΄ ενικό πρόσωπο
reclines
ενεστώτα μετοχή
reclining
απλός αόριστος
reclined
παθητική μετοχή
reclined
Παραδείγματα
After a long day, he reclined his tired body on the plush sofa.
Μετά από μια μακριά μέρα, αναπήδησε το κουρασμένο του σώμα στο βελούδινο καναπέ.
02
ανακλίνομαι, γέρνω το σώμα προς τα πίσω
to bend the upper body backwards
Intransitive
Παραδείγματα
After a long day at work, she reclined on the sofa and closed her eyes to relax.
Μετά από μια μακρά μέρα στη δουλειά, αναπήδησε στον καναπέ και έκλεισε τα μάτια της για να χαλαρώσει.
03
αναπαύομαι, γέρνω προς τα πίσω
to adjust the back of a seat or chair, allowing it to tilt backward and provide a more relaxed or comfortable position
Transitive: to recline a seat
Παραδείγματα
She reclined in the plush armchair, enjoying a good book and the gentle rocking motion.
Αναπήδησε στην πλατύ καθισμένη πολυθρόνα, απολαμβάνοντας ένα καλό βιβλίο και την απαλή ταλάντευση.
Λεξικό Δέντρο
recliner
reclining
recline



























