barbed
barbed
bɑ:bd
baabd
baredbarred

Ορισμός και σημασία του "barbed"στα αγγλικά

01

αγκαθωτός, μυτερός

having sharp points or projections capable of causing injury 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most barbed
συγκριτικός βαθμός
more barbed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The barbed hook on the fishing line was designed to catch fish by piercing their mouths. 

Το αγκιστρωτό άγκιστρο στη γραμμή ψαρέματος σχεδιάστηκε για να πιάνει ψάρια τρυπώντας τα στόματα τους.

02

αγκαθωτός, ακανθώδης

having or covered with protective barbs or quills or spines or thorns or setae etc. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store