Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Receptiveness
01
αποδοτικότητα, ανοιχτόμυαλοσύνη
the quality of being open to new ideas and suggestions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
receptiveness
receptive
recept



























