Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to recapitulate
01
ανακεφαλαιώνω
to repeat something but only mentioning the major points
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
recapitulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
recapitulates
ενεστώτα μετοχή
recapitulating
απλός αόριστος
recapitulated
παθητική μετοχή
recapitulated
02
ανακεφαλαιώνω, επαναλαμβάνω
to repeat the main steps of a process, especially a biological one
03
περιληπτικά, επαναλαμβάνω τα στάδια της εξελικτικής ανάπτυξης
repeat stages of evolutionary development during the embryonic phase of life
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
recapitulation
recapitulate



























