Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to realign
01
επαναπροσαρμόζω, ευθυγραμμίζω καλύτερα
align anew or better
02
επαναπροσαρμόζω, προσαρμόζομαι
to change one's opinions, beliefs, etc. to be like those of another person or group
Transitive
Παραδείγματα
To foster better collaboration, the departments realigned their priorities with the company ’s vision.
Για να ενισχυθεί η καλύτερη συνεργασία, τα τμήματα επαναπροσάρμοσαν τις προτεραιότητές τους με το όραμα της εταιρείας.
Λεξικό Δέντρο
realign
align



























