Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to realign
01
επαναπροσαρμόζω, ευθυγραμμίζω καλύτερα
align anew or better
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
realign
γ΄ ενικό πρόσωπο
realigns
ενεστώτα μετοχή
realigning
απλός αόριστος
realigned
παθητική μετοχή
realigned
02
επαναπροσαρμόζω, προσαρμόζομαι
to change one's opinions, beliefs, etc. to be like those of another person or group
Transitive
Παραδείγματα
After the meeting, she decided to realign her business strategy with the new company goals.
Μετά τη συνάντηση, αποφάσισε να επαναπροσανατολίσει την επιχειρηματική της στρατηγική με τους νέους στόχους της εταιρείας.
Λεξικό Δέντρο
realign
align



























