to realign
re
ˌri:
ri
a
ə
ē
lign
ˈlaɪn
lain
reclinebeguinecondigncombine

Ορισμός και σημασία του "realign"στα αγγλικά

to realign
01

επαναπροσαρμόζω, ευθυγραμμίζω καλύτερα

align anew or better 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
realign
γ΄ ενικό πρόσωπο
realigns
ενεστώτα μετοχή
realigning
απλός αόριστος
realigned
παθητική μετοχή
realigned
02

επαναπροσαρμόζω, προσαρμόζομαι

to change one's opinions, beliefs, etc. to be like those of another person or group 
Transitive
Παραδείγματα
After the meeting, she decided to realign her business strategy with the new company goals. 

Μετά τη συνάντηση, αποφάσισε να επαναπροσανατολίσει την επιχειρηματική της στρατηγική με τους νέους στόχους της εταιρείας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store