Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
readable
01
ευανάγνωστος, σαφής
(of a written or coded content) clear in a way that is easy to decipher or understand
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most readable
συγκριτικός βαθμός
more readable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His handwriting was barely readable after being smudged.
Το γράψιμό του ήταν μόλις ανάγνωστο αφού λεκιάστηκε.
02
ευανάγνωστος, ευχάριστος στην ανάγνωση
easy, interesting and enjoyable to read
Παραδείγματα
The novel was highly readable, with a smooth and engaging style.
Το μυθιστόρημα ήταν πολύ ευανάγνωστο, με ένα ομαλό και συναρπαστικό στυλ.
Λεξικό Δέντρο
readability
readably
unreadable
readable
read



























