Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Raw milk
01
ωμό γάλα, αζαξέπαστο γάλα
a type of milk that has not undergone any pasteurization or homogenization processes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
raw milks
Παραδείγματα
Raw milk is commonly used in certain traditional desserts, like rice pudding and flan.
Το αγaθό γάλα χρησιμοποιείται συνήθως σε ορισμένα παραδοσιακά επιδόρπια, όπως το ρυζόγαλο και η φλάν.



























