Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ravishingly
01
γοητευτικά, συναρπαστικά
in an extremely attractive or delightful way, especially in terms of beauty, charm, or appeal
Παραδείγματα
The model posed ravishingly for the magazine's cover shoot.
Το μοντέλο ποζάρισε γοητευτικά για το φωτογράφημα του εξωφύλλου του περιοδικού.
Λεξικό Δέντρο
ravishingly
ravishing
ravish



























