ravisher
ra
ˈræ
vi
vi
sher
ʃə
shē

Ορισμός και σημασία του "ravisher"στα αγγλικά

01

γοητευτική γυναίκα, συνεπιστρέφουσα γυναίκα

a very attractive or seductive looking woman 
ravisher definition and meaning
02

βιαστής, σεξουαλικός επιτιθέμενος

someone who assaults others sexually 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ravishers

Λεξικό Δέντρο

ravisher
ravish
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store