raw milk
Pronunciation
/ɹˈɔː mˈɪlk/

Ορισμός και σημασία του "raw milk"στα αγγλικά

01

ωμό γάλα, αζαξέπαστο γάλα

a type of milk that has not undergone any pasteurization or homogenization processes
raw milk definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The farmers ' market sells raw milk, which some people enjoy for its natural goodness.
Η αγορά των αγροτών πωλεί ακατέργαστο γάλα, που κάποιοι άνθρωποι απολαμβάνουν για τη φυσική του καλοσύνη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store