rawboned
raw
ˈrɔ:
raw
boned
bəʊnd
bewnd
rationed

Ορισμός και σημασία του "rawboned"στα αγγλικά

01

λιγνός, οστεώδης

having a thin or lean physique with a prominent bone structure 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most rawboned
συγκριτικός βαθμός
more rawboned
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The rawboned athlete excelled in long-distance running with his lean and muscular frame. 

Ο λεπτόκοκαλος αθλητής διακρίθηκε στο δρόμο μεγάλων αποστάσεων με το λεπτό και μυώδες σώμα του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store