Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rawboned
01
λιγνός, οστεώδης
having a thin or lean physique with a prominent bone structure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most rawboned
συγκριτικός βαθμός
more rawboned
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The rawboned guitarist captivated the audience with his nimble fingers and expressive playing.
Ο λεπτόκοκαλος κιθαρίστας γοήτευσε το κοινό με τα ευκίνητα δάχτυλά του και την εκφραστική του παράσταση.



























