raw deal
raw
rɔ:
raw
deal
di:l
dil

Ορισμός και σημασία του "raw deal"στα αγγλικά

01

άδικη μεταχείριση, αδικία

a treatment that is not fair or equal 
raw deal definition and meaning
αποδοκιμαστικό
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
raw deals
Παραδείγματα
The workers got a raw deal when their hours were cut but their workload stayed the same. 

Οι εργαζόμενοι αδικήθηκαν όταν τους μείωσαν τις ώρες, αλλά ο φόρτος εργασίας έμεινε ίδιος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store