raw deal
Pronunciation
/ɹˈɔː dˈiːl/

Ορισμός και σημασία του "raw deal"στα αγγλικά

01

άδικη μεταχείριση, άδικη συμφωνία

a treatment that is not fair or equal
raw deal definition and meaning
disapproving
idiom
informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
raw deals
Παραδείγματα
They received a raw deal during the negotiation process and were left with unfavorable terms.
Λάμβαναν άδικη συμπεριφορά κατά τη διαδικασία διαπραγμάτευσης και έμειναν με δυσμενείς όρους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store