Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ration
01
μερίδιο, ποσότητα
a fixed amount of something that is officially allowed to each person during a particular time, especially during a war or other period of shortage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rations
Παραδείγματα
Each soldier received a daily ration of food and water.
Κάθε στρατιώτης έλαβε μια ημερήσια μερίδα φαγητού και νερού.
02
μερίδα
the food allowance for one day (especially for service personnel)
to ration
01
κατανέμω με μέτρο, περιορίζω
to limit the use of a scarce resource or commodity to ensure it lasts longer
Transitive: to ration sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ration
γ΄ ενικό πρόσωπο
rations
ενεστώτα μετοχή
rationing
απλός αόριστος
rationed
παθητική μετοχή
rationed
Παραδείγματα
Due to the severe shortage, the government had to ration food to prevent a crisis.
Λόγω της σοβαρής έλλειψης, η κυβέρνηση αναγκάστηκε να κατανείμει τρόφιμα για να αποφύγει μια κρίση.
02
διανέμω μερίδες, όπως στον στρατό
distribute in rations, as in the army
Λεξικό Δέντρο
rationalistic
ration



























