rasping
ras
ˈrɑ:s
raas
ping
pɪng
ping

Ορισμός και σημασία του "rasping"στα αγγλικά

01

τραχύς, δυσάρεστος

having a rough, unpleasant sound 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most rasping
συγκριτικός βαθμός
more rasping
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sound, perception, sensation
Παραδείγματα
The rasping noise of metal against metal was grating. 

Ο τραχύς ήχος του μετάλλου πάνω στο μέταλλο ήταν ενοχλητικός.

01

τρίξιμο, ενοχλημένος τόνος

uttering in an irritated tone 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
raspings

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

raspingly
rasping
rasp
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store