Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rasp
01
τριβείο, ξύστρα
a coarse woodworking tool with a series of individually cut teeth or ridges, used for shaping and smoothing wood or other materials by abrasion
02
γκρίνια, γρύλισμα
uttering in an irritated tone
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rasps
to rasp
01
τρίβω, ξύνω με λίμα
scrape with a rasp
02
τρίζω, κρώζω
to produce a harsh, grating sound or to utter with a rough, grating tone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rasp
γ΄ ενικό πρόσωπο
rasps
ενεστώτα μετοχή
rasping
απλός αόριστος
rasped
παθητική μετοχή
rasped
Παραδείγματα
The old door rasps as it swings open.
Η παλιά πόρτα τρίζει καθώς ανοίγει.
Λεξικό Δέντρο
raspy
rasp



























