rashly
rash
ˈræʃ
ραισ
ly
li
λι
/ɹˈæʃli/

Ορισμός και σημασία του "rashly"στα αγγλικά

01

απερίσκεπτα, βιαστικά

in a hasty or impulsive manner
Παραδείγματα
He rashly purchased an expensive gadget without considering his budget or the necessity of the item.
Αγόρασε απερίσκεπτα ένα ακριβό gadget χωρίς να λάβει υπόψη τον προϋπολογισμό του ή την αναγκαιότητα του αντικειμένου.

Λεξικό Δέντρο

rashly
rash
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store