Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rankle
01
ενοχλώ, πικραίνω
to cause persistent irritation or resentment, typically due to a past grievance or injustice
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
rankle
γ΄ ενικό πρόσωπο
rankles
ενεστώτα μετοχή
rankling
απλός αόριστος
rankled
παθητική μετοχή
rankled
Παραδείγματα
The unfair treatment continues to rankle him, affecting his attitude towards the company.
Η άδικη μεταχείριση συνεχίζει να τον ενοχλεί, επηρεάζοντας τη στάση του απέναντι στην εταιρεία.



























