to rankle
ran
ˈræn
rān
kle
kəl
kēl
cankleankle

Ορισμός και σημασία του "rankle"στα αγγλικά

to rankle
01

ενοχλώ, πικραίνω

to cause persistent irritation or resentment, typically due to a past grievance or injustice 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
rankle
γ΄ ενικό πρόσωπο
rankles
ενεστώτα μετοχή
rankling
απλός αόριστος
rankled
παθητική μετοχή
rankled
Παραδείγματα
The unfair treatment continues to rankle him, affecting his attitude towards the company. 

Η άδικη μεταχείριση συνεχίζει να τον ενοχλεί, επηρεάζοντας τη στάση του απέναντι στην εταιρεία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store