Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
randomly
01
τυχαία, στην τύχη
by chance and without a specific pattern, order, or purpose
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα τρόπου
Παραδείγματα
The cards were shuffled randomly before the game.
Οι κάρτες ανακατέφτηκαν τυχαία πριν από το παιχνίδι.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
randomly
random



























