randomization
ran
ˌræn
ραιν
do
ντα
mi
maɪ
μαι
za
ˈzeɪ
ζει
tion
ʃən
σαν
pronunciationtranslocationpremeditationorchestration

Ορισμός και σημασία του "randomization"στα αγγλικά

01

τυχαιοποίηση, τυχαία κατανομή

an arrangement done in an intentionally random manner to yield unbiased results 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
randomizations
Παραδείγματα
Randomization is used in clinical trials to assign participants to different treatment groups. 

Η τυχαιοποίηση χρησιμοποιείται στις κλινικές δοκιμές για την ανάθεση των συμμετεχόντων σε διαφορετικές ομάδες θεραπείας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store