randomization
Pronunciation
/ˌrændəməˈzeɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "randomization"στα αγγλικά

01

τυχαιοποίηση, τυχαία κατανομή

an arrangement done in an intentionally random manner to yield unbiased results
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Randomization is a key methodological technique in ensuring the validity of experimental results.
Η τυχαιοποίηση είναι μια βασική μεθοδολογική τεχνική για τη διασφάλιση της εγκυρότητας των πειραματικών αποτελεσμάτων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store