rancorous
Pronunciation
/ˈɹæŋkɝəs/
rancourous

Ορισμός και σημασία του "rancorous"στα αγγλικά

01

μνησίκακος, γεμάτος μνησικακία

showing a feeling of continuing anger over a past event, especially because one was treated unfairly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most rancorous
συγκριτικός βαθμός
more rancorous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She spoke with a rancorous tone about the injustice she had faced.
Μίλησε με ένα πικρόχολο ύφος για την αδικία που είχε αντιμετωπίσει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store