Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vitriolic
01
δηκτικός, διαβρωτικός
(of a substance) highly acidic or corrosive in nature
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most vitriolic
συγκριτικός βαθμός
more vitriolic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Sulfuric acid is one of the strongest and most vitriolic acids commonly used in laboratories.
Το θειικό οξύ είναι ένα από τα ισχυρότερα και πιο διάβρωτα οξέα που χρησιμοποιούνται συνήθως σε εργαστήρια.
02
δηκτικός, πικρόχολος
characterized by bitter, harsh, and caustic criticism or comments
Παραδείγματα
The politician’s speech was filled with vitriolic attacks against his opponent.
Η ομιλία του πολιτικού ήταν γεμάτη δριμείς επιθέσεις εναντίον του αντιπάλου του.
Λεξικό Δέντρο
vitriolic
vitriol



























