raining
rai
ˈreɪ
rei
ning
nɪng
ning
raisingrailingraiding

Ορισμός και σημασία του "raining"στα αγγλικά

01

βροχερός, βρέχει

falling like rain or in drops 
raining definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most raining
συγκριτικός βαθμός
more raining
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The raining weather made it difficult for the children to play outside during recess. 

Ο βροχερός καιρός έκανε δύσκολο για τα παιδιά να παίξουν έξω κατά τη διάρκεια της διαλείμματος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store