to raiment
raiment
'reɪmənt
reimēnt
paymentclaimantembaymentrepayment

Ορισμός και σημασία του "raiment"στα αγγλικά

to raiment
01

ντύνω, ενδύω

to dress someone by supplying them with garments 
to raiment definition and meaning
παρωχημένο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
raiment
γ΄ ενικό πρόσωπο
raiments
ενεστώτα μετοχή
raimenting
απλός αόριστος
raimented
παθητική μετοχή
raimented
Παραδείγματα
The tailor raimented the young prince in silken robes for the royal procession. 

Ο ράφτης εντύθηκε τον νεαρό πρίγκιπα σε μεταξωτά ρούχα για τη βασιλική πομπή.

01

ενδύματα, ρούχα

clothing or garments, especially when considered in terms of fashion or formal attire 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
raiments
Παραδείγματα
She selected a beautiful gown from her raiment for the gala event. 

Επέλεξε ένα όμορφο φόρεμα από το ενδυματολογικό της για τη γκαλά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store