Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rain
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Can you hear the sound of rain tapping on the window?
Μπορείς να ακούσεις τον ήχο της βροχής που χτυπάει στο παράθυρο;
02
βροχή
drops of fresh water that fall as precipitation from clouds
03
νερόμπορα, κατακλυσμός
anything happening rapidly or in quick successive
to rain
01
βρέχει
(of water) to fall from the sky in the shape of small drops
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rain
γ΄ ενικό πρόσωπο
rains
ενεστώτα μετοχή
raining
απλός αόριστος
rained
παθητική μετοχή
rained
Παραδείγματα
It looks like it's going to rain; better bring an umbrella.
Φαίνεται ότι θα βρέξει; καλύτερα να πάρεις μια ομπρέλα.
02
βρέχει, καταχύνομαι
to pour down or descend in great quantity
Transitive: to rain sth
Παραδείγματα
The boxer rained punches on his opponent, overwhelming him.
Ο πυγμάχος έριξε γροθιές στον αντίπαλό του, τον κατακλύζοντας.
03
βρέχω, χύνω
to shower or bestow upon someone or something in large amounts
Transitive: to rain something abstract
Παραδείγματα
The company rained praise on their top-performing employees, recognizing their hard work and dedication.
Η εταιρεία έριξε έπαινους στους κορυφαίους υπαλλήλους της, αναγνωρίζοντας τη σκληρή δουλειά και την αφοσίωσή τους.
Λεξικό Δέντρο
rainless
rainy
rain



























