railwayman
rail
ˈreɪl
reil
way
weɪ
vei
man
mæn
mān
railway man

Ορισμός και σημασία του "railwayman"στα αγγλικά

01

σιδηροδρομικός, εργαζόμενος στα τρένα

someone who works on or with trains and the railway system 
Dialectbritish flagBritish
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
railwaymen
αρσενικό ενικό
railwayman
θηλυκό ενικό
railwaywoman
neutral form
railway worker
Παραδείγματα
The railwayman ensured the trains ran on time. 

Ο σιδηροδρομικός εξασφάλιζε ότι τα τρένα λειτουργούσαν στην ώρα τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store